Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Αργυρώ Μαντόγλου: Λευκή Ρεβάνς



Αργυρώ Μαντόγλου, Λευκή Ρεβάνς (Ψυχογιός)


Η Αργυρώ Μαντόγλου δεν είναι η μόνη Ελληνίδα συγγραφέας που ζήλεψε τη δόξα της Π. Ντ. Τζέιμς, ή της Ρουθ Ρέντελ. Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες και άλλων προσπαθειών να εδραιωθεί και στη χώρα μας το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα στα πρότυπα του αγγλοσαξωνικού γένους, δυστυχώς με μικρή -λογοτεχνική- επιτυχία. 

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα κι όταν η γλώσσα είναι προσεγμένη, τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία δεν έχουν την σφικτή δομή που είναι απαραίτητη για την διασφάλιση της επιτυχίας ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Επιπλέον βασίζονται σε συνταγές, συχνά αδέξια προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. 

Η Λευκή Ρεβάνς της Μαντόγλου δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ιστορία του βιβλίου στηρίζεται σε ένα ποτ πουρί θεμάτων που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εισχωρήσει από τις κοινωνικές επιστήμες στην ποπ κουλτούρα των αγγλοσαξωνικών χωρών: ο φεμινισμός κι η γυναικεία χειραφέτηση, ο ανταγωνισμός των φύλων, οι ακραίοι πειραματισμοί της πλαστικής χειρουργικής και μία σειρά από άλλα “must” του είδους: ο πανέμορφος δολοφόνος της ιστορίας που χρησιμοποιεί τη γοητεία του για να προσελκύσει τα θύματά του - γνωστό κινηματογραφικό μοτίβο -, η απελπισία της όμορφης ηρωίδας που γερνάει, η γυναικεία αλληλεγγύη που συμβάλει στη λύση στο τέλος του μυθιστορήματος. 

Το βιβλίο παρέχει αρκετές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν, δίχως όμως να φωτίζονται τα κίνητρα των ηρώων με τρόπο που να αναδεικνύεται πώς οι πράξεις τους αποτελούν φυσικό επακόλουθο του χαρακτήρα τους - όπως θα συνέβαινε, λόγου χάριν, με ένα αστυνομικό της Ρέντελ.


Παρόλο που το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσες στιγμές, και η γραφή του είναι καλά δουλεμένη, οι μακρόσυρτες περιγραφές, κι η απουσία γνησιότητας που δημιουργεί την εντύπωση ότι κάπου τα έχουμε ήδη διαβάσει ή δει όλα αυτά, κάνει την αφήγηση κουραστική, ακυρώνοντας το σασπένς, κάτι που μόνο επιζήμιο μπορεί να είναι για μία αστυνομική ιστορία. 

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Λευτέρης Καλοσπύρος Η μοναδική οικογένεια

 
Λευτέρης Καλοσπύρος, Η μοναδική οικογένεια (Πόλις)

Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του Λευτέρη Καλοσπύρου με καλή διάθεση και την πρόθεση να γράψω μια εκτενή κριτική. Σύντομα κατάλαβα ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν, καθώς δεν γίνεται να επεκταθώ για ένα βιβλίο του οποίου διάβασα μόνο τις 50 περίπου πρώτες σελίδες, και πεταχτά μόνο τις υπόλοιπες.

Η βασική μου ένσταση είναι ότι σε ένα μυθιστόρημα δεν γράφουμε όλα όσα διαβάσαμε κι ό,τι μας είπαν στο σχολείο ή στη σχολή--προσπαθούμε να επιλέξουμε το υλικό μας με βάση τις οργανικές ανάγκες του μύθου που διέπει την ιστορία μας. Οι γνώσεις του συγγραφέα πρέπει να λειτουργούν υποδόρια μέσα στο κείμενο, κι όχι να μπαίνουν με φωτεινές ταμπέλες, name dropping, και δανεικά αποφθέγματα.

Πρόκειται για ένα δύσμορφο κατασκεύασμα το οποίο ίσως κάποιοι να θεωρήσουν πρωτοποριακό, αλλά για μένα είναι τόσο επιτηδευμένο που χρειάστηκε να ανατρέξω στο αυτάκι για να επιβεβαιώσω ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1980 κι όχι, ας πούμε, το 1995 - άλλωστε η έλλειψη αυθεντικότητας κι η επιθυμία επίδειξης γνώσεων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την χαμηλή ποιότητα πολλών κειμένων ελληνικής πεζογραφίας.

Ένα κείμενο 'εγκεφαλικό' με περίσσευμα πληροφοριών και απουσία κρίσης (παρά τις αναφορές στον Καντ), αβαθές (παρά τις διαρκείς μεταπτώσεις της πλοκής και των χαρακτήρων που προκαλούν αναγνωστική ζάλη),  στερείται νομίζω κάποιου στοιχείου που πέραν του, πολλά υποσχόμενου, εναρκτήριου διαλόγου, θα μπορούσε να κινητοποιήσει το συναίσθημα ενός ώριμου αναγνώστη.